Τετάρτη, 22 Φεβρουάριος 2017 03:43

Norman Atlantic: Δύο χρόνια μετά οι μνήμες κρατούν ζωντανή την τραγωδία

Το πλοίο δεν βούλιαξε ποτέ όμως 29 άνθρωποι χάθηκαν  -  Δεκαοκτώ άνθρωποι κυριολεκτικά «εξαφανίστηκαν» με τρόπο που παραμένει ανεξήγητος- Τι καταγγέλλουν οι συγγενείς των θυμάτων

 

Δυο χρόνια μετά από τη ναυτική τραγωδία του Norman Atlantic, κανείς δεν είναι σε θέση να πει με βεβαιότητα ούτε καν το πώς πραγματικά ξέσπασε η πυρκαγιά. Ακόμη και για τους ειδικούς στα ατυχήματα που συμβαίνουν στη θάλασσα, η περίπτωση του Norman Atlantic αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια στα ναυτικά χρονικά. Το πλοίο δεν βούλιαξε ποτέ, κι όμως, 29 άνθρωποι χάθηκαν. Αλλοι κάηκαν ζωντανοί, άλλοι έσβησαν από τις αναθυμιάσεις, άλλοι πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να σωθούν. Πολλοί δεν βρέθηκαν ποτέ. Δεκαοκτώ άνθρωποι κυριολεκτικά «εξαφανίστηκαν» με τρόπο που παραμένει ανεξήγητος. Ηταν 8 Έλληνες, 4 Τούρκοι, 2 Ιταλοί, 2 Σύροι, 1 Γερμανός και 1 Ιρακινός.

Μεταξύ των Ελλήνων οι οποίοι ακόμη και σήμερα θεωρούνται αγνοούμενοι είναι ο Απόστολος Νικολαράς, πατέρας τριών ανήλικων παιδιών. Οδηγός φορτηγού, που σχεδόν κάθε εβδομάδα πραγματοποιούσε το δρομολόγιο Ελλάδα-Ιταλία και αντιστρόφως.

Η τελευταία επικοινωνία με τη σύζυγό του, Καλλιόπη Ανανιάδου, , πριν χαθούν τα ίχνη του, έγινε στη 01:00 τα ξημερώματα της 28ης Δεκεμβρίου 2014, δύο ώρες πριν ξεσπάσει η πυρκαγιά στο μοιραίο πλοίο. «Μιλήσαμε για λίγη ώρα καθώς το πλοίο θα έμπαινε στην Αδριατική και το σήμα θα χανόταν» λέει στο Πρώτο ΘΕΜΑ η κα Ανανιάδου. Η ίδια διηγείται λεπτομέρειες από την τηλεφωνική συνδιάλεξη που επρόκειτο να είναι και η τελευταία με το σύντροφ της ζωής της: «Ο σύζυγός μου με ρώτησε για τα παιδιά και, αφού συζητήσαμε για λίγο, κλείσαμε το τηλέφωνο. Στις 6 το πρωί έμαθα από την τηλεόραση για το πλοίο. Επαιρνα τηλέφωνο αλλά ήταν κλειστό. Ηταν ένα έγκλημα αυτό που έγινε. Δύο χρόνια τώρα ούτε μια συγνώμη, ούτε ένα 'τι κάνετε;' από το κράτος» λέει η κυρία Ανανιάδου και συνεχίζει καταγγέλλοντας την αδιαφορία της πολιτείας. «Εχω τρία μικρά αγόρια, 6, 8 και 9 ετών, τα οποία ακόμη και σήμερα κοιτάζουν έξω από το παράθυρο και περιμένουν τον πατέρα τους να έρθει. Εγώ η ίδια έχω στείλει επιστολές σε τουλάχιστον δέκα χώρες, ζητώντας, εάν βρεθεί κάποιο πτώμα στις ακτές τους, να με ενημερώσουν, μήπως είναι ο Απόστολος. Για εμένα δεν έχει πεθάνει, ακόμη αγνοείται».

Οπως επισημαίνει η σύζυγος του 33χρονου οδηγού, συνάδελφοι του άνδρα της που σώθηκαν, τής έλεγαν αργότερα πως οι περισσότεροι είχαν βγάλει εισιτήριο με άλλο πλοίο. Τελικά όμως ήρθε το Norman Atlantic και επιβιβάστηκαν σε αυτό. «Το λέω και θα το ξαναλέω μια ζωή: Ήταν ένα έγκλημα αυτό που έγινε. Γιατί δεν πήγαν το πλοίο στην Κέρκυρα, όπου θα σωνόντουσαν όλοι και το άφησαν να καίγεται μέχρι να καταλήξει στο Μπάρι; Κανείς δεν μου απαντά σε αυτό. Και από το γραφείο του πρώην υπουργού, του κ. Δρίτσα στο οποίο είχα απευθυνθεί, μου έλεγαν 'είναι μάταιο να ψάχνετε, ο σύζυγός σας είναι νεκρός'. Εγώ όμως αυτή τη στιγμή προσπαθώ να μεγαλώσω τα τρία παιδιά μου. Τα βλέπουν παιδοψυχολόγοι, αφού δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι ο πατέρας τους δεν θα έρθει ξανά. Κι όλα αυτά μόνη μου και με την οικογένειά μου που με στηρίζει, αφού δεν μπορώ ούτε να δουλέψω. Και πώς να δουλέψω όταν πρέπει να είμαι δίπλα στα παιδιά μου;»














Οι επιζήσαντες

Στο κολασμένο δρομολόγιο του Norman Atlantic δεν βρέθηκαν μόνο επαγγελματίες. Ο κ. Ανδρέας Οικονόμου με τη σύζυγό του, Ελενα και την μικρή τους κόρη, Αλίνα, πήγαιναν στη Βενετία για την αλλαγή του χρόνου. Ηταν το ταξίδι που έκαναν κάθε χρόνο και, ευτυχώς, συγκατελέγονται στους τυχερούς, αφού σώθηκαν από το φλεγόμενο πλοίο. Ο εφιάλτης όμως που έζησαν θα μείνει χαραγμένος για πάντα στην ψυχή τους. Δυο χρόνια αργότερα και η οικογένεια Οικονόμου δεν έχει ξεπεράσει τη φοβία των θαλάσσιων ταξιδιών. Η φρίκη του Norman Atlantic ζωντανεύει στη διήγηση του Ανδρέα Οικονόμου: «Καταρχάς με άλλο πλοίο ήταν να ταξιδέψουμε και άλλο ήρθε και μας πήρε.



Ζήτησα να φύγω λίγα λεπτά αφού έβαλα το αυτοκίνητό μου μέσα στο πλοίο, αλλά δεν μου το επέτρεψαν. Μου έλεγαν να κάνω μήνυση στην εταιρεία. Η ώρα πρέπει να ήταν 4 και μισή το πρωί όταν η κόρη μου, η Αλίνα, μου είπε 'μπαμπά, είδα φωτιά στο παράθυρο'. Σηκωθήκαμε και προσπαθήσαμε να φύγουμε από την καμπίνα. Παντού υπήρχε καπνός, φλόγες έγλειφαν τα πλάγια του πλοίου, έβγαιναν από το κάτω γκαράζ. Η Ελενα, η σύζυγός μου, προχώρησε μπροστά, στη μέση ήταν η Αλίνα και πίσω εγώ. Η Ελενα βρίσκει μια σωσίβια λέμβο και καταφέρνουμε να μπούμε με ριψοκίνδυνους ελιγμούς ενώ καπνοί μάς έπνιγαν. Μετά από εννέα ώρες διασωθήκαμε. Προσπαθήσαμε πρώτα να ανέβουμε σε άλλα δύο καράβια και είδαμε τον χάρο με τα μάτια μας. Τελικά, διασωθήκαμε από 20 Φιλιππινέζους αγγέλους. Από την πρώτη στιγμή γιατρέψανε το κορμί και την ψυχή μας. Στη βάρκα είχαμε πέντε παιδιά που είδαν ανθρώπους να χάνονται. Στο καράβι που μας έσωσε μείναμε τέσσερις ολόκληρες μέρες. Η επίσημη άποψη που έμαθα από τον πρέσβη μόλις πέρασαν αυτές οι μέρες, είναι ότι για κάποιον λόγο, παρόλο που τους δόθηκε το όνομα του καραβιού, μας ξέχασαν, γιατί η υπόλοιπη επιχείρηση διάσωσης ήταν σε εξέλιξη».



Δύο χρόνια μετά, ο κ. Οικονόμου για τις φετεινές γιορτές επέλεξε την Αιδηψό και όχι την Ιταλία για την καθιερωμένη οικογενειακή εκδρομή. Αλλωστε οι μνήμες είναι ακόμη νωπές, όπως είπε στο ΘΕΜΑ: «Είναι στιγμές που το βράδυ η μικρή ξυπνάει και θυμάται, όπως και εγώ και η σύζυγός μου. Δεν ξέρω αν θα το ξεπεράσουμε ποτέ, ίσως μετά από χρόνια, ίσως πάλι όχι. Γιατί μπορεί να μένουν οι αποφάσεις του ιταλικού δικαστηρίου για να κλείσει το κεφάλαιο Norman Atlantic, δεν θα κλείσουν όμως ποτέ οι πληγές που μας άφησε».











Διαβάστε περισσότερα στο http://www.protothema.gr/