Σάββατο, 21 Απρίλιος 2018 14:45

Μεγάλη Εβδομάδα στα μαύρα χρόνια της κατοχής στην Κεφαλονιά

Μαύρη ήταν η νύχτα στα βουνά, μαύρη και στην καρδιά μας, η μόνη διέξοδο στα μαύρα χρόνια της κατοχής η θρησκεία, αυτή έδινε παρηγοριά, πίστη για ένα καλύτερο αύριο. Τίποτε άλλο.

 

Στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στα Μακρυώτικα ετοιμαζόταν την περιφορά του επιταφίου…
Τελικά άνοιξε η πόρτα οι άνδρες έβαλαν στους ώμους τους τον επιτάφιο, πίσω ακολουθούσαν τα εξαπτέρυγα ο παπάς με το θυμιατό οι ιεροψάλτες, μα και τα κορίτσια από τα Μακρυώτικα ήταν καλλίφωνες. Προπαντός οι αδελφές Μπερδεμπέ κόρες του Ντι θυμάμαι την Αντιγόνη, τι ευλογία θεού ψάλλοντας το:

Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσα την σην.

Η ζωή πως θνήσκεις; Πως και τάφω οικείς…
Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι Χριστέ μου..
Ω! γλυκύ μου έαρ γλυκύτατόν μου Τέκνον. Που έδυ σου το κάλλος;

Μια κατανυκτική μυσταγωγία όπου ανέβαζε τις ανθρώπινες ικεσίες στον αστροφώτιστο ουρανό, έναν ουρανό όπου ο Θεός άναβε σπίρτα σε φόρμα αστεριών μυριάδες αστέρια για να φωτίζουν εμάς τους θνητούς ανθρώπους κάτω στην γη, τα παιδιά του, κι εμείς απελπισμένοι σηκώναμε τα μάτια στον αστροφώτιστο πολυέλαιο του νυχτερινού ουρανού περιμένοντας ελπίδα.

Πίσω ακολουθούσε πλήθος κόσμου και τελευταία η μαρίδα…
Η περιφορά ξεκινούσε απ’ τα Μακρυώτικα, περνούσε το αυλάκι τα Μαρκάτα, έφτανε ως τα Βασιλοπουλάτα, τον απίθωναν πάνω στο πηγάδι της Ανάληψης και άρχιζε ο γυρισμός… Οι δρόμοι κατασκότεινοι αν είχε βρέξει γεμάτοι λάσπες αν όχι γεμάτοι σκόνη.
Τα κεριά μόλις και μετά βίας φώτιζαν τις κινούμενες οπτασίες αυτών που ακολουθούσαν τον Επιτάφιο με τις σκιές τους να κινούνται σε κάθε αναπνοή των κεριών λες και ήταν ξωτικά που δεν ήταν αλλά άνθρωποι που είχαν την ελπίδα τους στον Θεό. Τα πιτσιρίκια από όπου περνούσαν έριχναν πέτρες στα πορτόνια ή στα κεραμίδια των σπιτιών, οι νοικοκυραίοι φώναζαν και τους έβριζαν… οι ψαλμωδοί εξακολουθούσαν να ψάλλουν, ο παππάς να ρίχνει λιβάνι στο θυμιατό και οι άντρες να προχωρούν σιγά σιγά έχοντας στους ώμους τους τον επιτάφιο…
Όλα αυτά χάθηκαν σαν την εφήμερη φλόγα του σπίρτου, αυτού που άναβε ο Θεός στον ουρανό για να φωτίσει εμάς στα παιδικά μας χρόνια αυτά που δεν προλάβαμε να χαρούμε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης