Σάββατο, 25 Νοέμβριος 2017 06:00

Μια επική φάρσα στο προσεισμικό Αργοστόλι

Η ολική έκλειψη του Ήλιου που σημειώθηκε τον Φλεβάρη που πέρασε μου θύμισε μιαν ακόμα άφθαστη Αργοστολιώτικη φάρσα.

 

Με θέμα της την τότε….ανύπαρκτην ηλιακήν έκλειψη και με ήρωα της έναν Αργοστολιώτη πάντα καλόκεφον κι αστείον καπελά Διονυσάκην.

Αλλά ας αφήσουμε τους προλόγους που κάνουνε συνήθως τον αναγνώστη να χασμουριέται κι ας προχωρήσουμε στο σερβίρισμα του ψαχνού!...

Εκεί που πριν από είκοσι χρόνια στεγαζότανε το ιστορικό καφενείο του Γερασιμάκη (και για του οποίου τις ιστορίες κάποτε επίσης θα γράψω) είχε πριν από 5-6 δεκάδες χρόνια του καπελάδικο.

Κι ήταν το μαγαζί με τη πιο ελκυστική βιτρίνα στο κέντρο περίπου του πιο εμπορικού Αργοστολιώτικου δρόμου Λιθόστρωτου ή Μπουλεβάρη.

Γι αυτό και κάθε μεσημέρι, που με το σήμαμα της "Καμπάνας του Φλάρη" (Φραγκοκλησσιάς) σχολούσανε τα σχολειά κι οι εργάτες, πλάκωνε τόσος κόσμος στη βιτρίνα του καπελάδικου που ο φτωχός Διονυσάκης δεν έβλεπε μήτε για να δουλέψει.

Διότι όλοι χαζεύανε στη βιτρίνα του, αλλά και κανένας δεν μπουκάριζε στο μαγαζί του για να ψωνίσει.

Μ΄όσο δε όπου έβριζε, τους έδιωχνε και τους φώναζε, όλο και το κακό του μεγάλωνε. Μέχρι που μπροστά στη βιτρίνα του κάθε μεσημέρι, λες και γινότανε σωστή διαδήλωση. Κι όχι μονάχα του σκεπάζανε το φως της ημέρας, αλλά και κόντευε να τρελαθεί από τις φωνές και το σούσουρο που εκάνανε.

Και για να τους ξεφορτωθεί….

Καίει μια μέρα στη φλόγα ενός κεριού ένα κομμάτι σπασμένο τζάμι και το κάνει κατάμαυρο, τοποθετεί πριν από το μεσημέρι ένα τραπεζάκι απόξου από το καπελάδικο του και περιμένει τη συγκέντρωση των χαζών στη βιτρίνα του.

Οπότε βγαίνει και τοποθετεί το τραπεζάκι μέσα στη μέση του δρόμου κι ανεβαίνει σε δαύτο κοιτάζοντας σαν αστεροσκόπος τον μόρτη του Ουρανού.

Φυσικά δε κι οι περίεργοι κι οι χαζοί σταμάτησαν να κυτάζουνε την βιτρίνα του και μαζώχτηκαν ολόγυρα του, για να δούνε και να μάθουν τι έβλεπε…μεσουράνια….μέσα από το μαυρισμένο τζάμι.

Ο δε αμίμητος Διονυσάκης, βλέποντας με τρόπο ολόγυρα του ότι η προσοχή όλων ήταν στραμμένη προς τον ήλιο που κοίταζε, ξεκουμπώνει με το ελεύθερο χέρι του το βρακί του και τ΄αφήνει να πέσει μέχρι και τις πατούσες του!

Το δε πέσιμο της …αυλαίας του όπως ήταν φυσικό και επόμενο προκάλεσε βρισιές, γιουχαρίσματα και διαμαρτυρίες.

Αλλά ο Διονυσάκης με ύφος ευλογούντος και με χαμόγελο Τζογκόντας αφού επέβαλε με χειρονομίες σιωπή στα διαμαρτυρόμενα πλήθη τους έδωσε την εξήγηση:

Πως κάνετε έτσι βωρές παιδιά; Δεν καταλαβαίνετε πως μώπεσε το βρακί μου τώρα που είτανε του Ήλιου έκλειψη;; και δεν το πήρα ο δόλιος χαμπάρι;

Και φυσικά όλοι κι όλες ξελιγωθήκανε από τα γέλια.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ο Φανός της Κεφαλονιάς" τον Γενάρη του 1961