Τρίτη, 21 Νοέμβριος 2017 01:15

Μια λαχτάρα του Λόρδου Βύρωνα ...στο Θιάκι

Όπως κι άλλοτε στον Φανό αναγράψαμε, τον Αύγουστο του 1823 ο μεγάλος Άγγλος φιλέλληνας και ποιητής Λόρδος Μπάϋρον, συνοδευόμενος από τους φίλους του Τρελόνι, Μπράουν και Άμιλτον και τον πιστό του υπηρέτη τον Φλέτσερ, αποβιβάσθηκαν εις την Σάμην.

 

Πριν δε να πάρει την απόφαση να μπει στην αγωνιζομένην Ελλάδα, επικονωνεί μ’ αλληλογραφία με τους αρχηγούς της Επαναστάσεως Μάρκον Μπότσαρην, Θεόδωρον Κολοκωτρώνη και Κωνσταντίνον Μεταξάν. Και οργανώνει στο Νησί μας εκστρατευτικά σώματα, υπό τους ευρισκόμενους ενταύθα, Σουλιώτες οπλαρχηγούς Γιαννίλαν, Φωτομάραν και Δράκον.

Μας πληροφορεί δε ο ιστορικός μας Τσιτσέλης ότι "…..διέμενε δε κυρίως εν Μεταξάτοις μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1823, οπόθεν εποιείτο αρχαιολογικάς, διασκεδαστικάς και κυνηγετικάς ανά την νήσον περιοδείας…."

Αλλά και το ιστορικό μεγαλείο της πατρίδας του θρυλικού Οδυσσέα, δεν τον άφησε ασυγκίνητον. Και τον Οκτώβριο πραγματοποιεί μιαν εκδρομή στην Ιθάκη. Όπου κατά τους κουτσομπόλιδες ιστορικούς μας, τον τράβηξεν ελκτικά μια παιδική και παλιά αγάπη, η λαίδη Έμιλυ. Η γυναίκα του λοχαγού Νοξ, Βρεττανού στρατιωτικού διοικητή στο Βαθύ Ιθάκης και στων οποίων το σπίτι φιλοξενήθηκε.

Μαζί δε με τους φίλους του, την αγαπημένη του Έμιλυ και τον άντρα της και για να δει στα μάτια του από το ύψος της Μονής της Παναγίας των Καθαρών την αγωνιζόμενη για τη λευτεριά της Ελλάδα, την επόμενη το σούρουπο φθάνουν στο ιστορικό του Θιακού Μοναστήρι.

Όπου ειδοποιημένος από τον Λοχαγόν Νοξ, ο ηγούμενος του Μοναστηριού με τους καλογήρους του, τον υποδέχονται με ζητοκραυγές και το τροπάριο "Χριστός Ανέστη".

Και με…παράφωνες ψαλμωδίες, τον οδηγούν στη φωταγωγημένη και λουλουδοστολισμένην εκκλησία του μοναστηριού. Και κατά τον ιστορικόν Λ. Γατόπουλον:…’’Θέσαντες εντός κύκλου τον Βύρωνα, άρχισε μακρός εκκλησιαστικός εσπερινός, με τας αδιακόπους ψαλμωδίας και τους διαπεραστικούς λαρυγγισμούς χορωδίας εκ νεαρών δοκίμων μοναχών της Μονής…"

Η δε…λαχτάρα του ευαίσθητου ποιητή συνεχίσθηκε με εκκωφαντικές ψαλμωδίες μέχρι τα μεσάνυχτα, οπότε αντικρύζει τον ηγούμενο να ξετυλίγει ένα ρόδουλο χαρτί και ν’αρχίσει να του απαγγέλει τον λόγο του!...

Και τα νεύρα του παθαίνουνε τέτοιονε κλονισμόν, που η ποιητική φαντασία του Λόρδου Βύρωνα διαβλέπει στα πρόσωπα των καλόγηρων τα φαντάσματα των στοιχειωμένων πύργων της βορεινής του πατρίδας. Και ξετρελαμένος, αρπάζει ένα κερί και ορμάει έξω από την εκκλησία φωνάζοντας:

-Βοήθεια! Γλυτώστε με από τα φαντάσματα!...

Το δε φινάλε της καλογηρίστικης λαχτάρας που έπαθε στο Θιάκι ο Μπάϋρον, μας το δίνει ο Γατόπουλος στην όμορφη αφήγηση του:

…Έκπληκτος ο ηγούμενος, απέμεινεν εις την θέσιν του ως στήλη άλατος, με το ξεδιπλωμένον χειρόγραφον εις τα χέρια του. Ψιθυρίζοντας –Πάει τρελάθηκε ο φουκαράς-

Και τα μεν νεύρα του ευαίσθητου λόρδου σε λίγο ηρέμησαν και παρακάθησε στο πλούσιο τραπέζι, τους καλογήρους τους πείσανε οι φίλοι του πως έπαθε στιγμιαίο παροξυσμό, εκείνος όμως που είτανε μουτρωμένος και αμετάπειστος, ήταν ο προσβεβλημένος ηγούμενος.

Αλλά και αυτός ησύχασε και χαμογέλασε, όταν την επόμενη αποχαιρετώντας τον ο μεγάλος φιλλέληνας, έρριξε στο "κιβώτιο της ελεημοσύνης" του μοναστηριού μια χούφτα από …καλλικέλαδες χρυσές λίρες!

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ο Φανός της Κεφαλονιάς” τον Φλεβάρη του 1961