Τετάρτη, 20 Σεπτέμβριος 2017 17:49

Ένα παλιό Κεφαλονίτικο παραμύθι: Ο Ζαμπελέτος !

Η καταγραφή του παρακάτω παραμυθιού έγινε το 1989 . Μου το διηγήθηκε η γιαγιά μου Ερμιόνη Κρεμμύδα το γένος Παύλου Αρμοδωρου που γεννήθηκε το 1918 στα Αννινατα της Κορωνής .

Πρόκειται για το Ζαμπελέτο ένα από τα παραμύθια με τα οποία με νανούριζε τα βράδια και αποτελεί την Κεφαλονιτικη παραλλαγή του γνωστού δανέζικου παραμυθιού " Η ακατάδεκτη βασιλοπούλα " . Στο κείμενο διατήρησα την Κεφαλονίτικη ντοπιολαλιά .
 

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην άνεμο τυλιγμένη , δώσε κλώτσο να γυρίσει , παραμύθι να αρχινίσει :

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια βασιλοπούλα πολύ όμορφη αλλά ήτανε και πολύ φαντασμένη επειδή ήταν ωραία. Και όποιος κι αν πήγαινε γι αυτήν , δεν τον ήθελε. Κανένανε δεν ήθελε, ο ένας ήτανε έτσι, ο άλλος ήταν στραβομούσουδος, ο άλλος ήτανε στραβόπλατος, ο άλλος το μάτι του είχε το ένα, δεν ήθελε κανέναν. 

​Αλλά ένα βασιλόπουλο απ’ την Ανατολή που το άκουσε λέει «εγώ θα πάω κι εμένα δεν θα μου βρει ζαγάδι». Αλλά αυτή όταν πήε τον είδε τόσο ωραίονε και τι κάνει ? Πάει και βάνει ένα μαξιλάρι και το πασαλείβει μέλι απ’ τη μια μεριά και βάνει και λίγα φτερά και κολλήσανε και μετά του ΄βαλε και λίγα αποπάνωθε και του το ‘δωσε να κάτσει. Όπως έκατσε γέμισε και τον έλεγε ¨φτεροκώλη¨. Ο φτεροκώλης , ο φτεροκώλης , δεν τον ήθελε. «Δε τονε θέλω , δεν τονε θέλω». Την έπιασε η μάνα της, ο πατέρας της πως είναι καλό παιδί και βασιλόπουλο και να τον πάρει. Τίποτα, αυτή δεν ήθελε γιατί ήτανε φτεροκώλης. Αλλά ‘κειος προσβάρτηκε και είπε ότι θα την τιμωρήσει και πήρε κι έφυγε και πήγε στο σπίτι του. 

​Πρώτα έκανε τον διακονιάρη και πήρε ένα τσουβάλι άδειο και πήγε κι έκανε τον διακονιάρη, να του δώσουνε, να τον ελεήσουνε. Πάει και στη βασιλοπούλα. Λέει της υπηρεσίας η βασιλοπούλα «δώστου κάτι να φύγει». Αλλά εκείνος είχε ένα τσουβάλι τρύπιο και από τη μια μεριά το ΄βανε , απ’ την άλλη έφευγε και εκειόςεκαθότανε και το μάζευε. Του λέει : «Χριστιανέ μου , να σου δώσω άλλο για να φύγεις», «όχι» λέει « έχω κάταρα απ’ τη μάνα μου και τον πατέρα μου όταν μου πέσει ένα κλωνί να μην τ’ αφήνω». Και όλη μέρα μάζευε κλωνιά. 

​Μετά της ζήτησε σε χάρη να κοιμηθεί στο κατώι γιατί δεν είχε που να κοιμηθεί. Το βράδυ όμως είχε υπηρέτες έξω απ’ την πόλη και πήαινε και έφερνε τα πράματα αυτά και όλη νύχτα ετέχνευε αποκάτου στο κατώι. Και τση λέει τσηκαμαριέρας της η βασίλισσα : « πήγαινε να του πεις να κάτσει ήσυχος γιατί δε μας αφήνει να κοιμηθούμε». Εκαθότανε λιγάκι ήσυχος μετά εξανατέχνευε πάλι. Λοιπό πάει, ξαναπάει : «γιατί δεν ακούς τι σου λένε , να κάτσεις ήσυχος ν’ αφήσεις το παλάτι να κοιμηθεί?».

Αυτός εκαθότουνε λιγάκι, πάλι τα ίδια έκανε. Όταν όμως πήε η καμαριέρα να τον ιδεί , τι ωραία πράματα φτιασμένα έφτιανε, μια ωραία κλώσα με ωραία κλωσόπουλα χρυσά και τέτοια κομψοτεχνήματα έφτιανε. Λοιπόν όταν τα είδε εκείνη εθαμπώθηκε και λέει : «έλα να δεις βασίλισσά μου τι έχει φτιάσει». Πήε να δει η βασιλοπούλα με την υπηρεσία και του λέει η καμαριέρα « τα πουλάς αυτά παιδάκι μου?» . Λέει : «όχι, δεν τα πουλώ για λεφτά όχι». «Αλλά με τι?». «΄Οποια θα τα πάρει θα τη φιλήσω πρώτα». Λέει «ε, ένα φιλί τι είναι να με φιλήσεις?». «Αλλά θα φιλήσω τη βασιλοπούλα όμως όχι εσένα». Εκείνη δεν ήθελε. Αλλά όταν είδανε τόσα πράματα λέει η βασιλοπούλα : « ο διακονιάρης θα με φιλήσει? Ας με φιλήσει». Και τηνε φίλησε. 

​Εν τέλει έφυγε. Ύστερα από κάμποσο καιρό ξαναπήγε πάλι ο ίδιος. Πάλι διακονιάρης, πάλι τα ίδια. Το ίδιο έκανε, του ριπιζότανε η διακονιά, εκαθότουνε , τη μάζευε. Τσου βασάνιζε, τον κρατήσανε στο σπίτι να μείνει. Πάλι τα ίδια έκανε. Παρησίασε ένα ωραίο ανεμίδι, από ευκείνα που είχανε στσου αργαλειούς και υφαίνανε , χρυσό. «Το πουλάς αυτό ?». Του λένε. Λέει « το πουλάω αλλά όχι με λεφτά όμως», λέει «τι θέλεις?». «Όποια» λέει «θα το πάρει θα μου δείξει τα πόδια της». Φοράγανε μακριά φουστάνια τότε. Λέει «να στα δείξω τα ποδάρια μου». «Μα όχι εσένα τση βασιλοπούλας τα ποδάρια». Την πιάσανε , τέλος πάντων, όλοι «Τι σε νοιάζει διακονιάρης είναι, σα σου δει τα πόδια?». Του ‘ δειξε τα πόδια της. 

​Τρεις φορές επήε εν τέλει . Την τρίτη φορά τση ζήτησε να δει και παραπάνω και παραπάνω ακόμα. Αλλά επιδή τον περνάγανε για διακονιάρη δε τσου ΄νοιαζε. Αλλά ήρθανε σε σημείο και ρεντικολαριστήκανε σε δαύτονε και λέει η μάνα της «μωρέ δεν τον παίρνεις που φτιάνει τόσο ωραία πράματα και φαίνεται και λεβέντης ?». Εν τέλει αποφάσισε να τον παντρευτεί. Την πήρε αυτός. Εκάμανε το γάμο με τιμές με τόσα στο βασιλικό παλάτι. Αλλά ήρτε η ώρα να πάνε και στο σπίτι το δικό τους. 

​Αυτός ζητιάνος την πήγε μέσα σ’ ένα κοτέτσι. Αλλά απέναντι ήτανε το δικό του το παλάτι. Και τση λέει « σήμερα θα πας να κάμεις πρόβα σε κάτι φουστάνια, που παντρεύεται μια βασιλοπούλα κι έχεις το ίδιο σώμα. Είναι από μακρινό μέρος και δεν μπορεί να ΄ρτει. Θα σου κάμουνε πρόβα εσένα». Εν τέλει αποφάσισε, η καημένη, να πάει. Επήε , αλλά λέει αυτός « εκεί που θα πας, θα σου βάλουνε να σε κεράσουνε και να κλέψεις ένα κομμάτι κρέας. Να πάρεις ένα κουτί μες τη τσέπη σου – ένα κλειδοκαύκι- και να το βάλεις και να βάλεις και λίγο ζουμί κι ένα κομματάκι κρέας και να μου το φέρεις και μένανε» . Αυτός όμως ήτανε συνεννοημένος μαζί τους. Την αφήσανε επίτηδες μονάχη, τση αφήσανε και το κλειδοκαύκι που είχε μες τη τσέπη της, εκείνες την καταλαβαίνανε πως το χει. Αλλά όταν έφαγε τση λένε « τώρα φάγαμε , έπιαμε, θα χορέψουμε κιόλας». «Μα δεν ξέρω» έλεγε η βασιλοπούλα «Μα θα χορέψουμε, όπως ξέρεις». « Μα δεν ξέρω». «Θα χορέψουμε». Εν τέλει , τόσο την καταφέρανε, τη βάλανε και χόρεψε.

Αλλά όπως εχόρευε, τση ριπίστηκε το ζουμί, πήγε ως τα ποδάρια της. Λένε «κάποια κατουρίστηκε». Την πιάσανε , τση βρήκανε το κρέας, δεν τσ’ είπανε τίποτα αλλα είναι ντροπή να κλέβεις κλπ. , την ερεζηλέψανε. Πήε το βράδυ και κλάψες στο σπίτι και κακό.. Με τόσα , την παρηγόρησε.

​Εν τέλει, την άλλη μέρα, την πήρε και την πήε στο παλάτι και τση λέει « όλα αυτά σου τα ΄καμα γιατί κι εσύ με ρεντικολάρισες, μου έκαμες όλα αυτά που μου έκαμες. Κι εγώ ήρτα με τόση πεποίθηση, σε συμπάθησα κι εσύ εκοίταξες να με ρεζιλέψεις κι έβαλες το μαξιλάρι και μου το κόλλησες κι έπειτα δεν με ήθελες πως είμαι φτεροκώλης και φτεροκώλης. Να τώρα κι εγώ τι σου έκαμα. Τώρα , όλα περάσανε και ήρθανε οι καλές μέρες».

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα .

Ηθικό διδαγμα : Μην κάνεις ποτέ στους άλλους αυτό που δεν θα ήθελες να σου κάνουν. Η έπαρση και η εγωπάθεια είναι μεγάλο μειονέκτημα σε αντίθεση με τη μετριοφροσύνη και την ταπεινότητα.

Σταματούλα Ν.Καλλιβωκά 

Πηγή http://rifortso.gr