Πέμπτη, 19 Οκτώβριος 2017 22:49

"Τα δένδρα που έτρεχαν" ... στην Πύλαρο το 1938

Θα πρέπει να ήταν χειμώνας, κρύο, η μάνα μου φορούσε ένα μακρύ πανωφόρι γκριζοκαφετί , για γιακά είχε μια γούνα, έτσι μου φαινόταν σαν να είχε δυο μάτια αλεπούς που με κοίταζαν κι εγώ φοβόμουνα.


Αφού είχαμε επισκεφτεί το σπίτι της νόνας μου στα Ποταμιανάτα, περπατούσαμε στο μονοπάτι, για να βγούμε στο δημόσιο δρόμο Μακρυωτίκων για να πάμε στα Μαρκάτα. Από πάνω το σπίτι της Χάϊδος, από αριστερά μας ήταν το σπίτι του Χρήστου και Στάμως Μανιανή.

Η μάνα μου σταματούσε κι άλλαζε κουβέντες με όποιον συναντούσε. Από δεξιά μας το σπίτι της Μαριάνθης και Γιώργου Πανώριου, γονείς του Κόκου περάσαμε την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, μας είχε μάθει η μάνα μας και κάναμε τον σταυρό μας όταν περνάγαμε απ’ έξω, λίγο πιο εκεί ο σταθμός χωροφυλακής, οι χωροφύλακες στα πράσινα ντυμένοι με σπαθόλουρα κι ένα πηλίκιο Γαλλικού τύπου. Η αλήθεια είναι ότι τους φοβόμουν όταν τους έβλεπα.

Αφού ανεβήκαμε την ανηφόρα περάσαμε από το μονοπάτι του Μελέτη, έτσι το λέγαμε, ήταν αυτό που ακόμα υπάρχει δίπλα, χορταριασμένο κι έρημο. Ακούγαμε τη βαρύτονη φωνή του σκύλου του, θα πρέπει να ήταν δεμένος, αν θυμάμαι καλά ήταν ένας άσπρος, όλοι τον φοβόμαστε, ήταν φημισμένος ο σκύλος του Μελέτη.

Με το που βγήκαμε στον χωματένιο δημόσιο δρόμο πριν φτάσουμε στο σημερινό δημοτικό σχολείο, ακούστηκε μηχανή αυτοκινήτου. Κάναμε στην άκρη, ήταν ο Μαύρος με ένα χρώματος καφέ ή λαδί ταξί του. Ο άνθρωπος σταμάτησε που μας είδε, η μάνα μου κι εγώ μπήκαμε στο πισινό κάθισμα, έβαλε μπρος για τα Μαρκάτα. Κοίταζα απ’ έξω κι έβλεπα τα δένδρα να τρέχουν προς τα πίσω, τότε είναι που έβαλα υστερικά τα κλάματα, φώναζα να κατέβω, φοβήθηκα, μέχρι που όταν σταματήσαμε με ρώτησαν γιατί έκλαιγα. Μα γιατί έτρεχαν τα δένδρα, οι ελιές τα πουρνάρια…

Θα πρέπει να ήταν μια εποχή γύρω στα 1938.

Τι αναπολώ! Μα την στοργή της μάνας, την αγάπη της νόνας μα και την αζύμωτη αθωότητά μου και μαζί με αυτήν την μικρή κοινωνία που ήμουν, που είμαστε όλοι μας μέρος, μιας γειτονιάς μια Πυλάρου που ασφαλώς όπως είναι φυσικό εξαφανίστηκε, μας τα έκλεψε ο πόλεμος και όχι μόνο αλλά ακόμα κυνηγώ το όνειρο, που δεν ήταν όνειρο αλλά δένδρα που έτρεχαν.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης